Δευτέρα, 24 Απριλίου 2017

24 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 1821 Ο ΜΑΡΤΥΡΙΚΟΣ ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΔΙΑΚΟΥ

ΤΟ ΦΡΙΚΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΑΘ. ΔΙΑΚΟΥ !!!!!!!!!!! ΑΘΑΝΑΤΟΣ!!!!!!

Μετά τη σύλληψη του Διάκου στα ποριά Δαμάστας, τον έφεραν με συνοδεία ποινών και τραυματισμένο στη Λαμία, οδηγώντας από τη νότια της είσοδο που περνούσε δίπλα από το Γολγοθά (όπως έλεγαν το ξε­κομμένο Λόφο όπου σήμερα είναι το κτίριο του Ορφα­νοτροφείου Αρρένων) και από την οδό Σατωβριάνδου (σήμερα) και συνέχεια τον έφτασαν και τον έκλεισαν μέσα στο παλιό χάνι, όπου σήμερα – πάλι καλά! – έχει ανεγερθεί το Λαογραφικό Μουσείο.

Τον έβαλαν μέσα και τον έδεσαν με σκοινιά σ’ ένα παχνί, το οποίο ήταν και ο πρώτος τόπος του μαρτυρί­ου του.
Εκτός από δύο – τρεις Τούρκους που έμειναν μέσα να τον επιτηρούν, οι άλλοι – όχι όλοι – έμειναν απ’ έξω, ανατολικά σε κάτι δέντρα που ήταν εκεί, περιμένοντας από περιέργεια, ίσως, να ιδούν τι θα γινόταν. Όταν τον έδεσαν κι έφυγαν, ο Διάκος άρχισε να πο­νάει από τα τραύματα που είχε, καταπονημένος κι από την ταλαιπωρία.

Είχε περάσει αρκετή ώρα, όταν άνοιξε η πόρτα και μπήκαν μέσα δύο άντρες, που από τις φορεσιές τους έδειχναν ότι ήταν μπέηδες. Τον έναν, τον ήξερε από πριν. Ήταν ο Ομέρ Βρυώνης. Τον άλλον όχι. Απ’ ότι όμως εί­χαν ακούσει, υπολόγισαν ότι ήταν ο σκληρός Χαλήλ Μπέης. Αυτός μόνος προχώρησε κι άρχισε να κάνει έλεγ­χο αν είχαν δέσει καλά το Διάκο. Τόσο πολύ φάνηκε ότι, κι ακόμα δεμένον, τον φοβόταν.
Είχε νυχτώσει πια και οι τρεις που είχαν φτάσει εκεί κρυφά άρχισαν καθαρά να βλέπουν τι γίνεται.
Όταν ο Χαλήλ Μπέης σιγουρεύτηκε – το είδαν κα­θαρά αυτό – ότι δεν υπήρχε φόβος διαφυγής, άρχισε να φωνάζει και να απειλεί. Σε μια στιγμή τον είδαν να χτυπάει στο πρόσωπο το Διάκο.
Τον διακόπτει όμως ο άλλος, ο Βρυώνης, που πλησιάζει το Διάκο και τον βλέπουν κάτι να του λέει. Δεν ακούνε όμως. Απ’ ότι βλέπουν όμως, καταλαβαίνουν ότι κάτι τον ρωτάει, γιατί βλέπουν το Διάκο να κουνάει αρ­νητικά το κεφάλι του.
Και ενώ τον βλέπουν να συνεχίζει ήρεμα, σε μια στιγ­μή εξαγριώνεται, φωνάζει και χειρονομεί. Ατάραχος ο Διάκος τον αντιμετωπίζει και κάτι που του λέει, βλέπουν το Βρυώνη οργισμένο να αποχωρεί, αφήνοντας πια το θύμα στο δήμιό του.
Απ’ τις αναλαμπές των δαυλών, ξεχωρίζουν την αγριότητα του Χαλήλ. Τον βλέπουν να τραβάει πιο πέρα τον επικεφαλής της Φρουράς – έτσι τουλάχιστον δεί­χνει – και με νευρικές και απειλητικές κινήσεις, κάτι του λέει, κι εκείνον να υποκλίνεται κουνώντας το κεφάλι του. Και με μια τελευταία περιφρονητική ματιά που ρίχνει στο Διάκο, τον βλέπουν να φεύγει, δείχνοντας ικανοποι­ημένος.
Ο Διάκος – και οι άλλοι τρεις απ’ έξω – μέσα στο μι­σοσκόταδο βλέπουν δύο Τούρκους να ανάβουν φωτιά σε μιαν άκρη. Πάνω της φέρνουν και βάζουν μια σιδηροστιά κι ένα μεγάλο χάλκινο κακάβι. Βλέπει μετά να ρίχνουν μέσα λάδι που είχαν σ’ ένα γκιούμι.
Στη συνέχεια, μαζί με τον επικεφαλής, πλησιάζουν το Διάκο. Τον ανασηκώνουν, δεμένο καθώς είναι, τον βάζουν να καθίσει πάνω σ’ ένα παλιό ξύλινο σκαμνί που βρέθηκε εκεί, του σηκώνουν τα πόδια, δεμένα καθώς είναι, και του τα δένουν έτσι που να κρέμονται.
Τι θέλουν να κάνουν αναλογίζονται με περιέργεια και αγωνία, οι τρεις που παρακολουθούν, χωρίς να τολ­μήσουν και να ρωτήσουν. Βλέπουν όμως τους άλλους να περιπαίζουν το Διά­κο. Φαίνεται κάτι να λένε και ο Διάκος να κουνάει επί­μονα κι αρνητικά το κεφάλι του. Τι του λένε όμως δεν καταλαβαίνουν. Οπότε, κάθε φορά που ρωτάνε και αρνείται τους βλέπουν να κρατάνε στα χέρια τους μυτε­ρά καρφιά και να τα μπήγουν σιγά πρώτα, πιο δυνατά στη συνέχεια στις πατούσες των ποδιών του Διάκου, ο οποίος κάθε φορά αναταράζεται από τον πόνο.
Η μυρωδιά του Λαδιού που καίγεται μέσα στο κακάβι, φτάνει έντονα στη μύτη και των τριών απ’ έξω και υποπτεύονται τα χειρότερα.

Οι βασανιστές του, όπως έχουν γυμνώσει τα πόδια του, παίρνουν απ’ το κακάβι καυτό λάδι και αρχίζουν σιγά και βασανιστικά να το ρίχνουν στα πόδια του!… Τι­νάζεται κάθε φορά ο Διάκος, τόσο δυνατά λες και θα κό­ψει τις τριχιές όταν το λάδι πέφτει πάνω στα πόδια του.
Αφού είδαν να μην αντιδρά έντονα, αφήνουν τα πό­δια και παίρνουν και του σκίζουν το γιλέκο και την που­καμίσα που φοράει, απογυμνώνοντας το πάνω μέρος του σώματος του με τα χέρια. Κι αρχίζουν τότε να του ρίχνουν καυτό Λάδι με αργές κινήσεις, στα χέρια, στο στήθος και στην πλάτη του. Βουβά οδύρεται ο Διάκος, χωρίς να βγάλει μιλιά από το στόμα του. Κι όσο δεν μι­λάει, τόσο αγριεύουν περισσότερο οι βασανιστές του. Και δείχνουν τόσο οργισμένοι, που αν ήταν τρόπος να τον θανατώσουν. Φαίνεται όμως πως έχουν εντολή μόνο να τον βασανίσουν χωρίς και να πεθάνει. Γι’ αυτό συ­νεχίζουν!…

Το σώμα του Διάκου αρχίζει φαίνεται να νεκρώνε­ται. Όμως το πνεύμα όπως δείχνει, μένει καθάριο, ανέγγιχτο, σταθερό, συνεχίζοντος τις αρνήσεις και εξοργί­ζοντας περισσότερο τους Βασανιστές του.
Αλλά αυτή η κατάσταση τους κάνει να βρίσκουν νέ­ους τρόπους βασανισμών. Οι κινήσεις που κάνουν, δεί­χνοντας διάφορα σημεία του σώματος του, κάνουν τους τρεις που παρακολουθούν να ανατριχιάζουν. Και βλέ­πουν τους βασανιστές να παίρνουν στα χέρια τους τα καρφιά που είχαν και έσπαζαν τις φούσκες που δημι­ουργούνταν στο δέρμα απ’ το καυτό λάδι, να αρχίζουν να κάνουν το ίδιο και στο σώμα και στα χέρια από ψηλά.

Αποκαμωμένοι όμως και οι ίδιοι οι Βασανιστές, που δεν άλλαξαν βάρδια όλη τη νύχτα, βλέπουν ότι δεν πε­τυχαίνουν τίποτα. Και μιας και το λάδι τελείωσε, μιας και έφτασε πια και το ξημέρωμα, σταματούν.
Το Διάκο τον κρατάνε πια όρθιο οι τριχιές που τον έχουν δεμένο.
Τότε και οι τρεις παρατηρητές, απ’ έξω, για να μη γί­νουν αντιληπτοί, έφυγαν με προφυλάξεις, κατευθυνό­μενοι προς το βορεινό μέρος του ρέματος, όπου είχαν αρχίσει να έρχονται δειλά και οι πρώτοι περίεργοι.
Κι όταν πια ο ήλιος έχει ανέβη ψηλά, λύνουν το Διά­κο και σέρνοντας τον τον βγάζουν έξω, χωρίς όμως να δείχνει ότι καταλαβαίνει.

Όσοι είχαν την ευκαιρία να τον δουν το απόγευμα που τον είχαν φέρει, τώρα βλέποντας τον, δεν τον ανα­γνωρίζουν, χωρίς να ξέρουν τι ακριβώς είχε συμβεί. Το μόνο που βλέπουν είναι το κακοποιημένα ρούχα του.
Σέρνοντας τον προς τα βόρεια, τον περνάνε πέρα από το ρέμα που έκοβε την πλατεία Λαού στα δυο καταμεσίς και τραβώντας ανατολικότερα έφτανε στη Δημοτι­κή Αγορά, από εκεί στο κατάστημα Πολιτικού και μετά κατεβαίνοντας προς τα νότια, απλωνόταν κατά μήκος της οδού Θερμοπυλών.

Όταν τον πέρασαν στο ρέμα, στάθηκαν περίπου ανα­τολικά της σημερινής διπλής βρύσης, γιατί ανατολικό­τερα ετοίμαζαν το στήσιμο της… ψησταριάς!
Κόσμος πολύς είχε συγκεντρωθεί γύρω εκεί με την άδεια του Χαλήλ Μπέη βέβαια, γιατί άφησε τον κόσμο να δει τι θα έκαναν στο Διάκο, ώστε να φοβηθεί και να μην επιχειρήσει κανένας άλλος να πράξει το ίδιο, πράγμα που πέτυχε. Κανένας Λαμιώτης δεν φάνηκε να συμμετείχε στην επανάσταση!

Μέσα στο πλήθος που παρακολουθεί με αγωνία, ξε­χωρίζει μια κάπως ηλικιωμένη γυναίκα. Είναι η δόλια μόνα του Διάκου, που είχε μάθει τη σύλληψη του γιου της και ολονυχτίς πεζοπορώντας είχε φτάσει στη Λαμία, όπου δεν περίμενε να δει το σπλάγχνο της έτσι!
Για μια στιγμή βουβαίνονται όλοι. Βλέπουν να φτάνει εκεί ο δήμιος, ονόματι Αλεξίου, κρατώντας ένα σουβλί. Και αμέσως καταλαβαίνουν τι πρόκειται να γί­νει!
Αυτός, τρέμει από το φόβο του, γιατί έχει αυστηρή εντολή να μην του πεθάνει ο Διάκος όταν θα τον σου­βλίζει.

Και αρχίζει το τελευταίο πια μαρτύριο.
Δένοντας το Διάκο ανάσκελα σε ένα σαμάρι, με τα πόδια του ανοιχτά, αρχίζει προσεκτικά ο δήμιος να χώ­νει την πολύ καλό λεπτισμένη άκρη του σουβλιού, ξε­κινώντας απ’ τη βουβωνική χώρα και προχωρώντας προς τα επάνω, περνώντας το σουβλί κάτω οπό το δέρ­μα, μέχρι που το έβγαλε πάνω στην πλάτη του, λίγο κάτω απ’ το δεξιό του το αυτί.
Από κάποιες μικροκινήσεις που κάνει ο Διάκος κάθε φορά που σπρώχνει το σουβλί προς τα επάνω ο δήμιος, δείχνει ότι ακόμα είναι ζωντανός.
Μόλις τελειώνει ο γύφτος, ορμούν Τούρκοι και με σκοινιά δένουν το σώμα γύρω στο σουβλί για να μη σπάσει το δέρμα και ακουμπάνε όρθιο σχεδόν το σουβλί με το Διάκο σ’ ένα δέντρο.

Στη συνέχεια, σπεύδουν να συγυρίσουν τη φωτιά που έχουν ανάψει. Και τότε γίνεται κάτι που ξαφνιάζει τους πάντες.
Ένας Τούρκος καβάλα στο ψαρί του άλογο στέκε­ται μπροστά στο σουβλισμένο, βγάζει τη διμούτσουνη όρθια κουμπούρα του και τη στρέφει στο Διάκο. Δύο κουμπουριές ακούγονται που βρίσκουν κατάστηθα το Διάκο. Κι ο Τούρκος κεντρίζοντας το άλογο του, χάνε­ται στην ανηφόρα μέσα στα στενάκια που περιβάλλουν τα χαμηλά σπιτάκια.

Ο Χαλήλ Μπέης, βλέπει συτό και αφρίζει απ’ το θυμό του. Και δίνει εντολή, να βάλουν το Διάκο έτσι, πάνω στη φωτιά, και να τον γυρίσουν λίγο!
Ο κόσμος που παρακολουθεί αυτή την κτηνωδία μέ­νει άφωνος. Στη συνέχεια ο Χαλήλ οργισμένος και ανικανοποί­ητος, δίνει εντολή να πάρουν έτσι με το σουβλί το νε­κρό το Διάκο και πάνε να τον πετάξουν στην άκρη του ρέματος, ανατολικά από το χάνι που τον είχαν, εκεί όπου πέταγαν τις κοπριές των αλόγων που είχαν στους στά­βλους, τους οποίους διατηρούσαν από τη βόρεια πλευρά της Νομαρχίας μέχρι το πέτρινο γυμνάσιο.

Κυριακή, 26 Μαρτίου 2017

ΕΛΛΑΔΑ ΜΟΥ, ΑΓΑΠΗ ΜΟΥ, ΛΑΤΡΕΙΑ ΚΙ ΕΡΩΤΑ ΜΟΥ


Γράφει η Δέσποινα Λαζαρίδου

Πατρίδα μου, Ελλάδα μου, γλυκιά μου μάνα. Εσένα που οι θεοί στεφάνωσαν με δόξα, χάρη κι ομορφιά. Εσένα που σου χάρισαν τέκνα λαμπρά, ηρώους. Άνδρες λαμπρούς, αγωνιστές. Αυτούς που γεμάτη χάρη, περίμενες στην πύλη του Ουρανού για να τους στεφανώσεις.

Σε σένα μάνα μου γλυκιά στέκω μπροστά σου, ορθή, περήφανη, συγκινημένη. Αθάνατη Βασίλισσα, στο θρόνο σου ψηλά, κάθεσαι και κοιτάς συλλογισμένα τα παιδιά σου. Κι εγώ μικρή κι ασήμαντη θωρώ την ομορφιά σου. Κοιτάζω τα ακρογιάλια σου, τον γαλανό ουρανό σου, τους κάμπους και τα όρη σου.

Όλο τον κόσμο γύρισα, Ελλάδα μου γλυκιά μα σαν την δική σου χάρη, σαν την δική σου ομορφιά δεν έχω βρει ξανά.

Ελλάδα μου, πατρίδα μου λατρεύω τον αέρα σου, το χώμα το ιερό. Ελλάδα μου, πολλοί θελήσανε να σε καταπατήσουν, να σε διαλύσουν θέλησαν και να σε αφανίσουν. Μα στέκεσαι εκεί ψηλά στον θρόνο καθισμένη, όμορφη και περήφανη κι απ΄ τους θεούς ευλογημένη.

Κλίνω το γόνυ Ελλάδα μου, μπροστά μόνο σε σένα και για σένα και μια κραυγή βγαίνει από την ψυχή μου. 


Ελλάδα μου αγάπη μου, λατρεία και ερωτά μου….

ΝΥΝ ΥΠΕΡ ΠΑΝΤΩΝ Ο ΑΓΩΝ.




Γράφει η Δέσποινα Λαζαρίδου

Κάνοντας μια αναδρομή στην ιστορία της Ελλάδος, όχι αυτή που μας σερβίρουν οι εκάστοτε εγκάθετοι της Νέας Τάξης, αλλά στην πραγματική, αυθεντική ιστορία μας, θα συναντήσουμε Έλληνες σοφούς, Ποιητές και ήρωες να μιλούν για το ιερότερο πράγμα στον κόσμο: Την Πατρίδα.

Να δίνουν έμφαση στην ανάγκη που υπήρχε και υπάρχει για αγώνα και για ιδανικά, με ύψιστο και ιερότερο ιδανικό την Πατρίδα.

Οι νέοι στην αρχαία Ελλάδα μεγάλωναν μαθαίνοντας, να αγαπούν και να τιμούν την Ελλάδα. Μαθαίνανε ότι μπροστά σε αυτήν πλην των θεών δεν υπήρχε τίποτε ιερότερο. Με τέτοιες βάσεις μεγαλούργησαν, τόσο στο στρατιωτικό τομέα όσο και στους υπόλοιπους τομείς και γράφτηκαν με χρυσά γράμματα στην ιστορία.

Σήμερα οι νέοι μας μπήκαν στο χωνευτήρι που λέγεται παγκοσμιοποίηση. Νέες ιδέες, αντιφατικές μεταξύ τους. Μιλούν για φιλανθρωπισμό και γίνονται ανθέλληνες, μιλούν για ιστορία και ξεχνούν την δική τους, μιλούν για μάχες και αγώνες χωρίς να θέλουν να πολεμήσουν για ιδανικά όπως αυτό της πατρίδας. Σήμερα υπάρχει ανάγκη όσο ποτέ, να πάρουμε την νέα γενιά και να την γαλουχήσουμε στα ελληνικά ιδανικά. Να σώσουμε τα παιδιά μας από την λαίλαπα την νέας εβραϊκής παγκόσμιας τάξης, η οποία τα έχει πετρώσει όπως η μέδουσα όσους τολμούσαν να την κοιτάξουν στα μάτια. Πως όμως νικήθηκε η Μέδουσα; Μόνο με ηρωισμό, θέληση για αγώνα και με την βοήθεια των θεών. Οπλισμένοι με αυτά, μπορούμε να παλέψουμε και να βγούμε νικητές σε αυτόν τον αγώνα. Και θα είναι η νίκη πιο μεγάλη, πιο σημαντική. Γιατί η σύγχρονη Μέδουσα κινείται στο σκοτάδι. Την νιώθεις μόνο. Και χρειάζεται κανείς πνευματική διαύγεια για να την πολεμήσει και να την νικήσει.

Έχουμε υποχρέωση και καθήκον ως Έλληνες γονείς να βοηθήσουμε τα παιδιά μας, να τα σώσουμε και σώζοντας αυτά, να σώσουμε την Πατρίδα μας, την αξιοπρέπεια μας και να διαφυλάξουμε την ελευθερία μας.

Και ως ΄Ελληνες είναι μέγιστο καθήκον να βροντοφωνάξουμε

Ω Παίδες Ελλήνων, ίτε ελευθερούτ΄Πατρίδα, ελευθερούτε Παίδας Γυναικών, Θεών τε πατρώων έδη θήκας τε προγόνων. 


ΝΥΝ ΥΠΕΡ ΠΑΝΤΩΝ Ο ΑΓΩΝ.

Σάββατο, 25 Μαρτίου 2017

ΓΙΑ ΜΙΑ ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΕΛΛΑΔΑ


Γράφει η Δέσποινα Λαζαρίδου

Σήμερα όλη η Ελλάδα είναι στολισμένη να γιορτάσει την απελευθέρωση της. Στα μπαλκόνια κυματίζει η γαλανόλευκη περήφανα.

Όμως τι γιορτάζει η Ελλάδα σήμερα; Μα, θα μου πείτε, την απελευθέρωση της από τους Οθωμανούς μετά από 400 χρόνια υποδούλωσης.

Τετρακόσια χρόνια σκλαβιάς, 400 χρόνια σκυφτό το κεφάλι, ραγιάδες οι Έλληνες, με τους θρησκευτικούς ταγούς να τους αποκοιμίζουν ότι…έτσι ευδόκησε ο Θεός…, τους κοτζαμπάσηδες να έχουν «συμμαχήσει» με τους τούρκους και να ζούνε, την ώρα που χιλιάδες συμπατριώτες τους πεθαίνανε.

178 επαναστάσεις έγιναν για την απελευθέρωση μας. Γιατί δεν καρποφορήσανε; Γιατί φυσικά υπήρχαν οι προδότες. Γιατί υπήρχαν οι θρησκευτικοί άρχοντες που ξεχάσανε τον ρόλο τους εδώ και υπογράφανε φιρμάνια με τους Τούρκους για να κρατήσουν την εξουσία τους.

Και ξάφνου ήρθε η μεγάλη στιγμή. Καλά οργανωμένοι από την φιλική εταιρεία, με ΄περίσσιο θάρρος στην καρδιά, αγάπη για την πατρίδα, ξεσηκωθήκανε οι Έλληνες. Σαν τα μπουμπούκια που ανθίζουν στο πρώτο φως του ήλιου, έτσι άνθιζε και η Ελλάδα με τις πρώτες επιτυχίες.

Και πέτυχαν. Πέτυχαν γιατί είχαν έναν σκοπό. Την απελευθέρωση!!!! Θυσιάστηκαν για να μας δώσουν μια ελεύθερη πατρίδα. Φτωχή αλλά ελεύθερη. Μας έδωσαν την σκυτάλη για να συνεχίσουμε.

Τί κάναμε εμείς; Υποδουλωθήκαμε.

Σε μια ελεύθερη πατρίδα, υποδουλωθήκαμε σωματικά, υλικά και πνευματικά. Και ενώ όλοι το γνωρίζουμε, κανείς δεν αισθάνεται αρμόδιος να κουνηθεί. Άλλοι περιμένουν τους εξωγήινους, άλλοι τους αμερικάνους, άλλοι τους ολύμπιους και πάει λέγοντας.

Και ερωτώ. Αν ο Κολοκοτρώνης, η Μπουμπουλίνα και όλοι αυτοί που αγωνίστηκαν περίμεναν όλους αυτούς θα είχαμε απελευθερωθεί; Όχι. Θα κυκλοφορούσαμε με τούρκικες μαντήλες και οθωμανικά σαλβάρια.

Έλληνα, μάθε από τους προγόνους σου. Σήκωσε μπαϊράκι και αγωνίσου. Έχουμε έναν εχθρό, χθόνιο, αόρατο, αλλά υπάρχει. Πάρε το καριοφίλι σου και πολέμα. Και φώναξε όπως ο μεγάλος Στρατηγός μας. Φωτιά και τσεκούρι στους προσκυνημένους, Φωτιά και τσεκούρι στους κομμουνιστές και στους «φιλανθρωπιστές»

Τιμή και δόξα στους ήρωες μας. Τιμή και δόξα και στα παλικάρια μας που σήμερα φυλάνε θερμοπύλες, την ώρα που οι πολιτικοί ταγοί μας ξεπουλάνε και οι θρησκευτικοί ταγοί μας αποκοιμίζουν .

ΖΗΤΩ Η ΕΛΛΑΣ