Κυριακή, 15 Ιανουαρίου 2017

Η ΠΛΗΓΩΜΕΝΗ ΕΛΛΑΔΑ



Γράφει η Δέσποινα Λαζαρίδου 
Σε μια γωνιά της γης, μόνη αλλά όχι αποκομμένη, υπάρχεις.
Στον κόρφο σου μεγάλωσαν προδότες μάνα μου.
΄Εθρεψες παιδιά που σου βγήκανε τέρατα χωρίς αξίες, χωρίς ιδανικά, χωρίς όνειρα.
Ένας μόνο σκοπός: Η προσωπική ανάδειξη.
Σε περικύκλωσαν βάρβαροι. Σε κομμάτιασαν. Έσφαξαν τα παιδιά σου. Το πρόσωπό σου σκυθρώπιασε και δάκρυσαν τα μάτια σου. Γυρνάς εδώ γυρνάς εκεί, βάρβαροι. Ω Θεέ μου, δεν είναι δυνατόν αυτό!!
Γυρνάς το βλέμμα σου το δακρυσμένο στον βορρά. Αχνίζει ένα αμυδρό χαμόγελο στο πρόσωπό σου. Τα υιοθετημένα σου τέκνα σου χαμογελούν. Ναι, δεν είναι ψευδαίσθηση. Τόσα τους έδωσες. Χαμογελάς. Θα σου τα ανταποδώσουν. Παίρνεις τον δρόμο τον μακρύ, περνάς βουνά, λαγκάδια. Χτυπάς την πόρτα των φίλων σου, των υιοθετημένων τέκνων σου. Έτσι τα βλέπεις. Σου χαμογελούν. Σου δίνουν υποσχέσεις φανταχτερές και τρανταχτές. Αγάλλεται η καρδιά σου. Δεν πήγε άδικα ο κόπος σου, θα επιστρέψεις στα παιδιά σου να τους το πεις για να χαρούν και εκείνα τα καημένα, που χρόνια τώρα καρτερούν και είναι κατατρεγμένα.
Γυρνάς να φύγεις μανά μου και ω συμφορά μεγάλη!!! Μαχαίρι δίκοπο βαθύ σου χώνουμε στην πλάτη. Το αίμα τρέχει σαν νερό, ο πόνος δεν βαστιέται. Γυρίζεις το βλέμμα σου το πονεμένο σου και τους κοιτάς. Χαμογελούν ακόμα. Μα πως, πως είναι δυνατόν τέτοιο πράγμα να γίνει;  Εσύ τα έθρεψες, τα ανάστησες και ας μην ήταν τα δικά σου.
Βαθιά η ψυχή πληγώνεται, το τραύμα βαθύ και το αίμα τρέχει ποτάμι… Παίρνεις τον δρόμο της επιστροφής κρατώντας την πληγή σου.

Φτάνεις στον τόπο σου ξανά, κοιτάζεις τα παιδιά σου. Άλλο εδώ, άλλο εκεί, τρέχουνε σαν μικρούλια. Το βλέμμα αγάπη γέμισε, ανάμεικτο με πόνο. Καλείς τις κόρες τις τρανές να πάρεις δύναμη, κουράγιο, θάρρος.

Έρχεται πρώτη η Θράκη σου, ακολουθεί η Μακεδονία, η Ήπειρος, η Στερεά, η Πελοπόννησος, η Θεσσαλία. Να και η Κρήτη μάνα μου, και τα νησιά σου όλα, μα κάποια λείπουν τώρα δα.
Μετράς ξανά, ξαναμετράς μα λείπουν κι άλλα. Θεέ μου!! Που είναι τα παιδάκια μου; αναφωνείς με πόνο.

Πόντος, Βόρειος Ήπειρος, Μικρά Ασία, Κύπρος!! βγάζεις φωνή με σπαραγμό, που είστε παιδιά μου αγαπημένα?

Και τότε βλέπεις μάνα μου το αίμα να κυλάει και να ζητά εκδίκηση από τους υπολοίπους.
Γονάτισες και κλαις, λυγμός, παράπονο, θλίψη. Μοιρολογάς μάνουλα μου και δεν παρηγορείσαι..

Και ξάφνου από τα βάθη της καρδιάς κραυγή μεγάλη βγήκε, πόνο δηλώνει, μαρασμό, αγάπη ανάμεικτη με οργή.

Κοιτάς στο ύψος του Ολύμπου, άδειο τον βλέπεις πάλι, γυρίζει το κεφάλι σου στου ουρανού τα κάλλη. Κραυγή μεγάλη , σπαραγμός βγαίνει από την ψυχή σου και τους Θεούς καλείς ξανά να έρθουν πάλι πίσω.

Δια, πατέρα των Θεών που είναι ο  κεραυνός σου να τόνε ρίξεις χαμηλά να κάψεις τον εχθρόν σου?
Και συ πανέμορφη Αθηνά, γιατί άφησες την πόλη, που την μιάναν οι εχθροί και οι άτιμοι μογγόλοι?
Απόλλωνα το φως σου πια δεν λάμπει εδώ πέρα. Γιατί έφυγες και άφησες στο σκότος τους θνητούς σου? Άρτεμη, Ερμή και Δήμητρα, Ήφαιστε, Ποσειδώνα,  υπέροχη Αφροδίτη και Ήρα και Εστία! Φωνάζεις και ωρύεσαι και απάντηση δεν παίρνεις. Καλείς τον Άρη τον Θεό τον φοβερό, τον μέγα, να αντρειώσει τους λεβέντες του να έρθουνε για μάχη.  
Και αφού κανείς δεν απαντά αλλάζεις την φωνή σου και το Θεό παρακαλείς από τα βάθη της ψυχής σου.

ΘΕΕ του ουρανού, της γης, του σύμπαντος, του Ήλιου δεν βλέπεις δα τι γίνεται, έφυγες ή σωπαίνεις?
Και συ κυρά μου Παναγιά, προστάτιδα της Πόλης, γιατί άφησες τον τόπο σου και τον ρημάξαν όλοι?
 
Και αρχίζεις να μοιρολογάς με πόνο και με δάκρυ, χτυπώντας σου τα στήθη σου και με λυγμούς φωνάζεις.
Αυτήν την γη την πότισαν με αίμα τα παιδιά μου. Αίμα ηρωικό, αίμα ανδρειωμένο, αίμα δοξασμένο. Αυτός ο αέρας γέμισε με γνώση και σοφία και όλα αναδείχτηκαν απ τα δικά μου τέκνα.
Σ΄ αυτήν την γη κατοίκησαν Θεοί, Θεές και νύμφες. Γέννησαν τους ημίθεους, τους κάνανε αθάνατους και φεύγοντας αφήσανε κληρονομιά μεγάλη. Που είναι ο πλούτος μας παιδιά, βροντοφωνάζει η δόλια, που είναι οι γενναίοι μου και τα παιδιά μου όλα;
Άνανδροι, απολίτιστοι, αγροίκοι, αλήτες όλοι, τους φάγατε αλύπητα! Θεέ μου, τους σκόρπισαν, τους διέλυσαν,  τους πολεμήσαν όλους

Μα μέσα στον γλυκό σου κόρφο μάνα μου, ξυπνούν ξανά, σιγά αλλά σταθερά,  οι απόγονοι των ηρώων σου. Τα παιδιά σου, τόσα χρόνια καταπιεσμένα από τους προδότες και φονιάδες των λαών, αρχίζουν να υψώνουν το ανάστημά τους.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου